κουρτίνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουρτίνα κουρτίνες
γενική κουρτίνας κουρτινών
αιτιατική κουρτίνα κουρτίνες
κλητική κουρτίνα κουρτίνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουρτίνα < μεσαιωνική ελληνική κουρτίνα < κορτίνα < ιταλική cortina

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kuɾ.ˈti.na/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουρτίνα θηλυκό

  1. κομμάτι από ύφασμα, συνήθως κατάλληλα ραμμένο, που χρησιμοποιείται για να μειώσει το φως του ήλιου ή την ορατότητα ή να καλύψει ένα άνοιγμα
  2. (ναυτικός όρος), (ιδιωματικό): η υψηλή ακρότομη, κάθετη ακτή, την οποία πλήττουν τα πελαγίσια κύματα,
  3. (ναυτικός όρος), (ιδιωματικό): η ακρότομη πλευρά παγόβουνου, του τραπεζόπαγου
  4. (ναυτικός όρος), (ιδιωματικό): το φαινόμενο του σέλαος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]