κουρτίνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κουρτίνα οι κουρτίνες
      γενική της κουρτίνας των κουρτινών
    αιτιατική την κουρτίνα τις κουρτίνες
     κλητική κουρτίνα κουρτίνες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουρτίνα < μεσαιωνική ελληνική κουρτίνα / κορτίνα < μεσαιωνική λατινική cortina[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kuɾˈti.na/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κουρ‐τί‐να

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουρτίνα θηλυκό

  1. κομμάτι από ύφασμα, συνήθως κατάλληλα ραμμένο, που χρησιμοποιείται για να μειώσει το φως του ήλιου ή την ορατότητα ή να καλύψει ένα άνοιγμα
  2. (ναυτικός όρος, ιδιωματικό) η υψηλή ακρότομη, κάθετη ακτή, την οποία πλήττουν τα πελαγίσια κύματα,
  3. (ναυτικός όρος, ιδιωματικό) η ακρότομη πλευρά παγόβουνου, του τραπεζόπαγου
  4. (ναυτικός όρος, ιδιωματικό) το φαινόμενο του σέλαος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.