κυνηγημένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κυνηγημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου κυνηγώ
Μετοχή
[επεξεργασία]κυνηγημένος, -η, -ο
- που τον κυνηγά, που τον καταδιώκει κάποιος ή κάτι
κυνηγημένος, -η, -ο