κυριευμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κυριευμένος κυριευμένη κυριευμένο
γενική κυριευμένου κυριευμένης κυριευμένου
αιτιατική κυριευμένο κυριευμένη κυριευμένο
κλητική κυριευμένε κυριευμένη κυριευμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κυριευμένοι κυριευμένες κυριευμένα
γενική κυριευμένων κυριευμένων κυριευμένων
αιτιατική κυριευμένους κυριευμένες κυριευμένα
κλητική κυριευμένοι κυριευμένες κυριευμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυριευμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κυριεύω, κυριεύομαι

Μετοχή[επεξεργασία]

κυριευμένος, -η, -ο

ήταν κυριευμένος από έντονο πάθος για...

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]