λαοκρατία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Λαοκρατία

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λαοκρατία οι λαοκρατίες
      γενική της λαοκρατίας των λαοκρατιών
    αιτιατική τη λαοκρατία τις λαοκρατίες
     κλητική λαοκρατία λαοκρατίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαοκρατία < λαο- + -κρατία. Δείτε και το ελληνιστικό λαοκρατία (κυριαρχία του όχλου)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαοκρατία θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική λαοκρατί αἱ λαοκρατίαι
      γενική τῆς λαοκρατίᾱς τῶν λαοκρατιῶν
      δοτική τῇ λαοκρατί ταῖς λαοκρατίαις
    αιτιατική τὴν λαοκρατίᾱν τὰς λαοκρατίᾱς
     κλητική ! λαοκρατί λαοκρατίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  λαοκρατί
γεν-δοτ τοῖν  λαοκρατίαιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα «χώρα» όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαοκρατία < λαο- + -κρατία. Ρήμα λαοκρατέομαι / λαοκρατοῦμαι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαοκρατία θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]