Μετάβαση στο περιεχόμενο

λεκτικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο λεκτικός η λεκτική το λεκτικό
      γενική του λεκτικού της λεκτικής του λεκτικού
    αιτιατική τον λεκτικό τη λεκτική το λεκτικό
     κλητική λεκτικέ λεκτική λεκτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι λεκτικοί οι λεκτικές τα λεκτικά
      γενική των λεκτικών των λεκτικών των λεκτικών
    αιτιατική τους λεκτικούς τις λεκτικές τα λεκτικά
     κλητική λεκτικοί λεκτικές λεκτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λεκτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λεκτικός[1], σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική verbal[2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /le.ktiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λεκτικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

λεκτικός, -ή, -ό

  1. αποτελούμενος από λέξεις
  2. λεγόμενος ή εκφραζόμενος με λέξεις
    παράδειγμα  λεκτική επικοινωνία
     συνώνυμα: προφορικός
     αντώνυμα: γραπτός
  3. που αναφέρεται στον λόγο και τις λέξεις
    παράδειγμα  λεκτικό σφάλμα
     συνώνυμα: φραστικός

Υπώνυμα/Σύνθετα

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. λεκτικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. λεκτικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)