μακρινός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μακρινός μακρινή μακρινό
γενική μακρινού μακρινής μακρινού
αιτιατική μακρινό μακρινή μακρινό
κλητική μακρινέ μακρινή μακρινό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μακρινοί μακρινές μακρινά
γενική μακρινών μακρινών μακρινών
αιτιατική μακρινούς μακρινές μακρινά
κλητική μακρινοί μακρινές μακρινά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μακρινός < μεσαιωνική ελληνική < μακριά

Επίθετο[επεξεργασία]

μακρινός, -ή, -ό

  1. που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση
    μακρινές χώρες
  2. που συμβαίνει σε ή προέρχεται από έναν τόπο που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση
    ακούγονταν κάτι μακρινές φωνές
  3. που συμβαίνει ή αναφέρεται σε μια εποχή που απέχει χρονικά πολύ από το παρόν (είτε στο παρελθόν ή στο μέλλον)
    οι επιστήμονες δεν έχουν αποφανθεί ακόμη αν τα απολιθώματα αυτά ανήκουν σε κάποιον μακρινό μας πρόγονο ή σε άλλο είδος
    αυτή η προοπτική είναι ακόμη πολύ μακρινή
  4. (μεταφορικά)
    μας επισκέφτηκαν κάτι μακρινοί μας συγγενείς που είχαμε να τους δούμε χρόνια

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]