μοδίστρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μοδίστρα οι μοδίστρες
      γενική της μοδίστρας των μοδιστρών
    αιτιατική τη μοδίστρα τις μοδίστρες
     κλητική μοδίστρα μοδίστρες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοδίστρα < γαλλική modiste

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μοδίστρα θηλυκό (αρσενικό μόδιστρος)

  1. η επαγγελματίας που κατασκευάζει γυναικεία ενδύματα
  2. (στρατιωτική αργκό, συνήθως στον πληθυντικό) μοδίστρες: ειρωνική ονομασία για τους στρατεύσιμους που υπηρετούν εύκολη θητεία, όπως γενικά θεωρούνται από τους φαντάρους του στρατού ξηράς οι σμηνίτες της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας, ή, στον Ελληνικό Στρατό, οι στρατιώτες που υπηρετούν στις Διαβιβάσεις (διαβιβαστές) ή στο Σώμα Υλικού Πολέμου (υλικοπόλεμοι)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]