μοδίστρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μοδίστρα μοδίστρες
γενική μοδίστρας μοδιστρών
αιτιατική μοδίστρα μοδίστρες
κλητική μοδίστρα μοδίστρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοδίστρα < γαλλική modiste

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μοδίστρα θηλυκό

  1. η επαγγελματίας που κατασκευάζει γυναικεία ενδύματα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]