μουσώνας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μουσώνας < γαλλική mousson < αραβική موسم (mausim, εποχή του έτους)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μουσώνας αρσενικό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]