μούτρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μούτρο μούτρα
γενική μούτρου μούτρων
αιτιατική μούτρο μούτρα
κλητική μούτρο μούτρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μούτρο < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μούτρο ουδέτερο

  1. το πρόσωπο
  2. (μεταφορικά-μειωτικά) κακόφημος
  3. (μεταφορικά-σκωπτικά) πονηρός
  4. (στον πληθυντικό) → δείτε τη λέξη: μούτρα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • ο ενικός και ο πληθυντικός χρησιμοποιούνται σχεδόν με την ίδια έννοια (πρόσωπο)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]