μπαρμπέρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπαρμπέρης μπαρμπέρηδες
γενική μπαρμπέρη μπαρμπέρηδων
αιτιατική μπαρμπέρη μπαρμπέρηδες
κλητική μπαρμπέρη μπαρμπέρηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπαρμπέρης < ιταλική barbiere

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπαρμπέρης αρσενικό

  1. ο κουρέας του παλιού καιρού, που εκτός από το κούρεμα και το ξύρισμα αναλάμβανε να βγάζει και δόντια και να περιποιείται μικροτραύματα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]