ξεχωριστός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεχωριστός < ξεχωρίζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ξεχωριστός

  1. αυτός που ξεχωρίζει, συνήθως με τη θετική έννοια, ο διαλεχτός, ο διακεκριμένος
    Παυλίνα Κουμπουλή
  2. ο ιδιαίτερος, αυτός που έχει κάτι σημαντικό και διαφέρει από τους άλλους σε κάτι καλό
    ο Κωστάκης είναι ξεχωριστό παιδί
  3. ο πολύ καλός
    η Μαρία είναι ξεχωριστή μαθήτρια
  4. ο χωριστός από τους άλλους (π.χ. ξεχωριστό κεφάλαιο, ξεχωριστή σελίδα) αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις χρησιμοποιείται συνήθως το "χωριστός, χωριστή, χωριστό"
    αυτό το θέμα θα μελετηθεί σε ξεχωριστό κεφάλαιο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]