οικογενειακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική οικογενειακός οικογενειακή οικογενειακό
γενική οικογενειακού οικογενειακής οικογενειακού
αιτιατική οικογενειακό οικογενειακή οικογενειακό
κλητική οικογενειακέ οικογενειακή οικογενειακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οικογενειακοί οικογενειακές οικογενειακά
γενική οικογενειακών οικογενειακών οικογενειακών
αιτιατική οικογενειακούς οικογενειακές οικογενειακά
κλητική οικογενειακοί οικογενειακές οικογενειακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οικογενειακός < οικογένει(α) + -ακός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.kɔ.ʝɛ.ni.a.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /i.kɔ.ʝɛ.ni.a.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /i.kɔ.ʝɛ.ni.a.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

οικογενειακός -ή -ό

  1. που αναφέρεται στην οικογένεια ή στους δεσμούς που ενώνουν τα μέλη της ή ανήκει σε αυτήν
  2. που προορίζεται να εξυπηρετήσει τις ανάγκες μιας οικογένειας
    οικογενειακό αυτοκίνητο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]