οφτός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική οφτός οφτή οφτό
γενική οφτού οφτής οφτού
αιτιατική οφτό οφτή οφτό
κλητική οφτέ οφτή οφτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οφτοί οφτές οφτά
γενική οφτών οφτών οφτών
αιτιατική οφτούς οφτές οφτά
κλητική οφτοί οφτές οφτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οφτός < οπτός < αρχαία ελληνική ὀπτός < ἕψω (βράζω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

οφτός, -ή, -ό

  1. ο ψητός, ο ψημένος (κυρίως για ψητά φαγητά)
    Συγκεκριμένα, στα Δωδεκάνησα το οφτό αρνί είναι γεμιστό που ψήνεται για ώρες στο φούρνο. (*)
  2. (ουσιαστικοποιημένο) το οφτό: είδος ψητού
    Το Μεγάλο Σάββατο το κλίμα αλλάζει. Είναι η ημέρα που ετοιμάζεται το λαμπριάτικο οφτό. Το γεύμα δηλαδή της επομένης, που δεν είναι άλλο από κατσικάκι ή αρνί με γέμιση, που έχει σαν κύριο συστατικό της το ρύζι. Το οφτό θέλει ώρες πολλές για να γίνει, γι' αυτό και σιγοψήνεται ήδη από το Σάββατο στους ξυλόφουρνους του χωριού. (*)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]