παλιμπαιδισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παλιμπαιδισμός παλιμπαιδισμοί
γενική παλιμπαιδισμού παλιμπαιδισμών
αιτιατική παλιμπαιδισμό παλιμπαιδισμούς
κλητική παλιμπαιδισμέ παλιμπαιδισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλιμπαιδισμός < μεταγενέστερη ελληνική παλίμπαις + -ισμός < παλιν- + παῖς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παλιμπαιδισμός αρσενικό

  1. η επιστροφή στην παιδική ηλικία, η παιδιάστικη συμπεριφορά από έναν ενήλικο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]