πατσαβούρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πατσαβούρα πατσαβούρες
γενική πατσαβούρας πατσαβούρων
αιτιατική πατσαβούρα πατσαβούρες
κλητική πατσαβούρα πατσαβούρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πατσαβούρα < βενετική spazzadura (ιταλικά spazzatura) < spazzare < λατινική spatiari, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος spatior < spatium < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *speh₁- (τεντώνω, τραβώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

πατσαβούρα θηλυκό

  1. τεμάχιο υφάσματος για καθαρισμό σκευών ή επίπλων
  2. (κατ’ επέκταση) οποιοδήποτε βρόμικο, παλιό ή άχρηστο ύφασμα (ή άλλο υλικό)
  3. (μεταφορικά) κοπέλα χαζή ή ανήθικη
  4. (μεταφορικά) εφημερίδα κίτρινου τύπου
    συνώνυμα: παλιοφυλλάδα

Συγγενικές λέξεις

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις