πεντάλεπτο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πεντάλεπτο πεντάλεπτα
γενική πενταλέπτου πενταλέπτων
αιτιατική πεντάλεπτο πεντάλεπτα
κλητική πεντάλεπτο πεντάλεπτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεντάλεπτο, ουδέτερο του πεντάλεπτος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πεντάλεπτο ουδέτερο

  1. διάρκεια πέντε λεπτών της ώρας
    περίμενα ένα πεντάλεπτο και πέρασα αμέσως
  2. κέρμα πέντε εκατοστών ενός νομίσματος
    μήπως έχεις ένα πεντάλεπτο;
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πεντάρα, πενταράκι
  3. εκπομπή ραδιοφωνική ή τηλεοπτική πέντε λεπτών
    ακούτε το πεντάλεπτο της νοικοκυράς

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]