Μετάβαση στο περιεχόμενο

περιφερειακός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: περιφερικός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο περιφερειακός η περιφερειακή το περιφερειακό
      γενική του περιφερειακού της περιφερειακής του περιφερειακού
    αιτιατική τον περιφερειακό την περιφερειακή το περιφερειακό
     κλητική περιφερειακέ περιφερειακή περιφερειακό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι περιφερειακοί οι περιφερειακές τα περιφερειακά
      γενική των περιφερειακών των περιφερειακών των περιφερειακών
    αιτιατική τους περιφερειακούς τις περιφερειακές τα περιφερειακά
     κλητική περιφερειακοί περιφερειακές περιφερειακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
περιφερειακός < περιφέρεια + -ακός (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική périphérique)

Επίθετο

[επεξεργασία]

περιφερειακός

  1. που έχει σχέση με την περιφέρεια, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
      Πολλοί πυρήνες αποτελούν την αχτίδα με την αχτιδική επιτροπή. Πολλές αχτίδες, την περιφερειακή επιτροπή. Πολλές περιφερειακές τις περιοχές με τα γραφεία τους και πιο πάνω η Κεντρική Επιτροπή, το κομμουνιστικό κόμμα Ελλάδας (Γιάννης Μανούσακας, Το χρονικό ενός αγώνα, τόμος 1, εκδ. Γνώση, 1986, σελ. 198)
  2. που έχει σχέση με δρόμο που κινείται περιμετρικά μιας αστικής ή οικιστικής περιοχής ή αναφέρεται σ’ αυτόν

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]