πλακίδιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πλακίδιο τα πλακίδια
      γενική του πλακιδίου των πλακιδίων
    αιτιατική το πλακίδιο τα πλακίδια
     κλητική πλακίδιο πλακίδια
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλακίδιο < (καθαρεύουσα) πλακίδιον < πλάκα + -ίδιον < αρχαία ελληνική πλάξ (3,4: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική tablette[1] & (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική tablet[1])

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /plaˈciðiɔ/
συλλαβισμός: πλα‐κί‐δι‐ο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλακίδιο ουδέτερο

  1. (λόγιο) άλλη μορφή του πλακάκι
  2. υποκοριστικό του πλάκα
    δείτε τη λέξη μπάρα
    πλακίδιο σαπουνιού / σοκολάτας
  3. (φαρμακευτική) φαρμακευτικό σκεύασμα
  4. (ηλεκτρονική) μικρή πλακέτα[2]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. 1,0 1,1 «πλακίδιο» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.