πολυλεκτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πολυλεκτικός πολυλεκτική πολυλεκτικό
γενική πολυλεκτικού πολυλεκτικής πολυλεκτικού
αιτιατική πολυλεκτικό πολυλεκτική πολυλεκτικό
κλητική πολυλεκτικέ πολυλεκτική πολυλεκτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πολυλεκτικοί πολυλεκτικές πολυλεκτικά
γενική πολυλεκτικών πολυλεκτικών πολυλεκτικών
αιτιατική πολυλεκτικούς πολυλεκτικές πολυλεκτικά
κλητική πολυλεκτικοί πολυλεκτικές πολυλεκτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολυλεκτικός < επίθημα πολυ- + επίθετο λεκτικός (κατά το μονολεκτικός)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πολυλεκτικός -ή -ό

  1. που αποτελείται από πολλές λέξεις
    πολυλεκτικός όρος
  2. που σχετίζεται με ή αφορά την πολυλεξία
  3. που σχετίζεται με ή αφορά την πολυλογία-φλυαρία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πολυλεκτικός -ή -ό

  1. (νεολογισμός) αυτός που πάσχει από πολυλεξία, λεξιλογικά ακρατής
  2. πολυλογάς, φλύαρος

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]