Μετάβαση στο περιεχόμενο

προπαγάνδα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προπαγάνδα οι προπαγάνδες
      γενική της προπαγάνδας
    αιτιατική την προπαγάνδα τις προπαγάνδες
     κλητική προπαγάνδα προπαγάνδες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
προπαγάνδα < (άμεσο δάνειο) γαλλική propagande < νεολατινική propaganda < Congregatio de Propaganda Fide (Επιτροπή για την Προώθηση της Πίστης)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

προπαγάνδα θηλυκό

  1. η συστηματική απόπειρα διάδοσης ιδεών, αντιλήψεων ή απόψεων στον θρησκευτικό, πολιτικό, ιδεολογικό ή άλλο τομέα, που έχει σκοπό να επηρεάσει την κοινή γνώμη και να την διαμορφώσει κατάλληλα, συνήθως μέσω της μεροληπτικής, στρεβλής ή ελλιπούς μετάδοσης πληροφοριών και της παραπληροφόρησης
      Η νεολαία της εποχής περιφρονεί το δημοτικό τραγούδι γιατί το θεωρεί συντηρητικό και το ταυτίζει με την πολιτική προπαγάνδα της εποχής. Τότε ο Σαββόπουλος αναλαμβάνει να της αποδείξει ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι, και ότι το δημοτικό τραγούδι «είναι πρωτοκλασάτη μουσική και υψηλή ποίηση που προέρχεται από τα εσώτερα του ελληνικού λαού» («Born in Salonica» του Γιώργου Πισσαλίδη, περιοδικό «Folk Roots», τεύχος 150, Δεκέμβριος 1994). (Ο Σαββόπουλος και το δημοτικό τραγούδι, 16/12/2009,e-grammes.gr )
  2. η διαστρέβλωση της αλήθειας

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]