πρόβα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρόβα πρόβες
γενική πρόβας
αιτιατική πρόβα πρόβες
κλητική πρόβα πρόβες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόβα < ιταλική prova < provare < λατινική probare (τεστάρω) < probus (καλός, ενάρετος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρόβα θηλυκό

  1. η δοκιμή που γίνεται πριν την τελική παρουσίαση ενός θέματος (θέατρου, τραγουδιού, ομιλίας, κτ...)
  2. (ειδικότερα) η δοκιμή ρούχου, όταν ράβεται κατά παραγγελία
  3. κάθε δοκιμή

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]