ράσπα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ράσπα ράσπες
γενική ράσπας ρασπών
αιτιατική ράσπα ράσπες
κλητική ράσπα ράσπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ράσπα < ιταλική raspa

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Ράσπα(1)

ράσπα θηλυκό

  1. χοντρή λίμα για ξύλα με μεγάλα και χοντρά δόντια
  2. (κατ' επέκταση) κάθε πολύ μεγάλη λίμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]