σήτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: σῖτα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σήτα οι σήτες
      γενική της σήτας των σητών
    αιτιατική τη σήτα τις σήτες
     κλητική σήτα σήτες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σήτα < (…) < αρχαία ελληνική σήθω (κοσκινίζω) (Πιθανολογείται επίσης: < σλαβική sito (κόσκινο) < πρωτοσλαβική *sito (κόσκινο) < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *seh₁i-tó(d). Στην περίπτωση αυτή θα γραφόταν με -ι-: *σίτα) (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σήτα θηλυκό

  1. κατασκευή με λεπτό πλέγμα, που χρησιμοποιείται για το κοσκίνισμα (αλευριού, χώματος κ.ά.)
     συνώνυμα: κόσκινο, κρησάρα, (ηθμός, σουρωτήρι)
  2. κατασκευή με λεπτό πλέγμα, που τοποθετείται σε πόρτες και παράθυρα και χρησιμοποιείται για την προστασία ενός χώρου από έντομα ή διάφορα ζώα

Άλλες γραφές[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]