σπιρούνι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : πιρούνι

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπιρούνι σπιρούνια
γενική σπιρουνιού σπιρουνιών
αιτιατική σπιρούνι σπιρούνια
κλητική σπιρούνι σπιρούνια
σπιρούνια(1) αμερικανικού τύπου

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπιρούνι < ιταλική sperone < πρωτογερμανικά *spurô < ινδοευρωπαϊκή *sper- / *sperw- (συσπώ, συστρέφω, ωθώ}

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /spi.ˈɾu.ni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπιρούνι ουδέτερο

  1. μυτερή προεξοχή ή ροδέλα με ακίδες στερεωμένη σε πίσω μέρος παπουτσιού (πχ. μπότας), για το κέντρισμα αλόγου ή άλλους λόγους
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πτερνιστήρας
  2. (βοτανική) ακιδοπέταλο άνθους συνήθως κούφιο και με νέκταρ (ανώμαλο πέταλο)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]