σπιρούνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπιρούνι σπιρούνια
γενική σπιρουνιού σπιρουνιών
αιτιατική σπιρούνι σπιρούνια
κλητική σπιρούνι σπιρούνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπιρούνι < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπιρούνι ουδέτερο

  1. ροδέλα με ακίδες στερεωμένη σε πίσω μέρος παπουτσιού (πχ. μπότας), ακιδοροδέλα
  2. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.
  3. ακιδοπέταλο άνθους συνήθως κούφιο και με νέκταρ (ανώμαλο πέταλο)


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]