συντεταγμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συντεταγμένος συντεταγμένη συντεταγμένο
γενική συντεταγμένου συντεταγμένης συντεταγμένου
αιτιατική συντεταγμένο συντεταγμένη συντεταγμένο
κλητική συντεταγμένε συντεταγμένη συντεταγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συντεταγμένοι συντεταγμένες συντεταγμένα
γενική συντεταγμένων συντεταγμένων συντεταγμένων
αιτιατική συντεταγμένους συντεταγμένες συντεταγμένα
κλητική συντεταγμένοι συντεταγμένες συντεταγμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συντεταγμένος < λόγια μετοχή του ρήματος συντάσσομαι

Μετοχή[επεξεργασία]

συντεταγμένος

  • αυτός που βρίσκεται σε τάξη (συχνά για στρατιωτικές μονάδες ή για συγκεντρωμένα πλήθη που κινούνται όχι άτακτα, αλλά με πειθαρχία ή ομαδικά)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

συντεταγμένη ως ουσιαστικό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]