συντεταγμένη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

συντεταγμένη < (σημασιολογικό δάνειο) coordonnées

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συντεταγμένη θηλυκό

  1. (μαθηματικά) κάθε ένα από τα στοιχεία που χρειάζονται για να καθοριστεί μοναδικά η θέση ενός σημείου σε ένα σύστημα δύο ή περισσότερων αξόνων


Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

συντεταγμένη θηλυκό



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος μετοχής[επεξεργασία]

συντεταγμένη θηλυκό

  1. θηλυκό του συντεταγμένος