τεσσαρακοστός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τεσσαρακοστός < αρχαία ελληνική τεσσαρακοστός
Επίθετο
[επεξεργασία]τεσσαρακοστός, -ή, -ό
- το τακτικό αριθμητικό που αντιστοιχεί στον αριθμό σαράντα (40)
- ΠτΔ μπορεί να εκλεγεί καθείς Έλλην πολίτης που έχει συμπληρώσει το τεσσαρακοστό έτος ηλικίας
- ο ένας από τους σαράντα ίσους όρους ενός συνόλου
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τεσσαρακοστός
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τεσσαρακοστός < τεσσαράκοντα
Επίθετο
[επεξεργασία]τεσσαρακοστός
Πηγές
[επεξεργασία]- τεσσαρακοστός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- τεσσαρακοστός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.