τρισάθλιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρισάθλιος < αρχαία ελληνική τρισάθλιος < τρίς + ἄθλιος (τρεις φορές άθλιος)

Επίθετο[επεξεργασία]

τρισάθλιος, -α, -ο

  1. πολύ φτωχός
  2. που βρίσκεται σε πάρα πολύ κακή κατάσταση (ερειπωμένος ή κουρελιασμένος ή πολύ βρώμικος κ.λπ)
    φορούσε ένα παντελόνι ελεεινό και τρισάθλιο
  3. εξαιρετικά ανήθικος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]