τσιγγάνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσιγγάνος τσιγγάνοι
γενική τσιγγάνου τσιγγάνων
αιτιατική τσιγγάνο τσιγγάνους
κλητική τσιγγάνε τσιγγάνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσιγγάνος < μεσαιωνική ελληνική ἀτσίγγανος < ελληνιστική κοινή ἀθίγγανος (που δεν ακουμπά) < ἀ- + αρχαία ελληνική θιγγάνω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dʰeyǵʰ- (ζυμώνω, δίνω μορφή)
Προέρχεται από ένα μανιχαϊκό θρήσκευμα, προερχόμενο από τη Φρυγία.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /t͡siŋ.ˈga.nɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσιγγάνος αρσενικό

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]