υποστράτηγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο υποστράτηγος οι υποστράτηγοι
      γενική του υποστρατήγου
& υποστράτηγου
των υποστρατήγων
& υποστράτηγων
    αιτιατική τον υποστράτηγο τους υποστρατήγους
& υποστράτηγους
     κλητική υποστράτηγε υποστράτηγοι
όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποστράτηγος < υπό + στρατηγός.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Διακριτικό υποστρά- τηγου.

υποστράτηγος αρσενικό

  1. Ανώτατος αξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του ταξίαρχου και κατώτερο του αντιστράτηγου. Συντομογραφία: υπτγος.
  2. Ανώτατος αξιωματικός της αστυνομίας με βαθμό ανώτερο του ταξίαρχου αστυνομίας και κατώτερο του αντιστράτηγου αστυνομίας. Συντομογραφία: υστγος ή υπτγος.
  3. Ανώτατος αξιωματικός της πυροσβεστικής με βαθμό ανώτερο του αρχιπύραρχου και κατώτερο του αντιστράτηγου πυροσβεστικής (αρχηγός). Συντομογραφία: υστγος ή υπτγος.

Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]