φιάσκο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φιάσκο φιάσκα
γενική φιάσκου φιάσκων
αιτιατική φιάσκο φιάσκα
κλητική φιάσκο φιάσκα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιάσκο < ιταλική (far) fiasco < υστερολατινική flasco (= φιάλη) < αρχαία φραγκικά *flasko < πρωτογερμανική *flaskǭ (=δοχείο, φιάλη) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pleḱ- (πλέκω, υφαίνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φιάσκο ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]