φιλεκπαιδευτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φιλεκπαιδευτικός φιλεκπαιδευτική φιλεκπαιδευτικό
γενική φιλεκπαιδευτικού φιλεκπαιδευτικής φιλεκπαιδευτικού
αιτιατική φιλεκπαιδευτικό φιλεκπαιδευτική φιλεκπαιδευτικό
κλητική φιλεκπαιδευτικέ φιλεκπαιδευτική φιλεκπαιδευτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φιλεκπαιδευτικοί φιλεκπαιδευτικές φιλεκπαιδευτικά
γενική φιλεκπαιδευτικών φιλεκπαιδευτικών φιλεκπαιδευτικών
αιτιατική φιλεκπαιδευτικούς φιλεκπαιδευτικές φιλεκπαιδευτικά
κλητική φιλεκπαιδευτικοί φιλεκπαιδευτικές φιλεκπαιδευτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλεκπαιδευτικός < φιλο- + εκπαιδευτικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φιλεκπαιδευτικός, -ή, -ό

  1. που γίνεται ή ιδρύεται από αγάπη για την εκπαίδευση, που την υποστηρίζει και την προωθεί
    Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος
    φιλεκπαιδευτική προσπάθεια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]