φτιασίδι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φτιασίδι φτιασίδια
γενική φτιασιδιού φτιασιδιών
αιτιατική φτιασίδι φτιασίδια
κλητική φτιασίδι φτιασίδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φτιασίδι < μεσαιωνική ελληνική φτειάνω / φθειάνω < εὐθειάζω < αρχαία ελληνική εὐθεία, θηλυκό του εὐθύς (Υπάρχει και η άποψη: < ελληνιστική κοινή φυκίασις < αρχαία ελληνική φύκιον / φυκίον, υποκοριστικό του φῦκος. Σ’ αυτή την περίπτωση προηγείται ο τύπος φκιασίδι)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ftça.ˈsi.ði/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φτιασίδι ουδέτερο

  1. (προφορικό) καλλυντικό, ψιμύθιο για το πρόσωπο, με υπαινιγμό υπερβολής, φτηνού ή κακού αποτελέσματος
    Τι τα θες τα φτιασίδια; Μια χαρά ήσουνα πριν
  2. (προφορικό) (κατ’ επέκταση) οτιδήποτε λέγεται ή προστίθεται σε προσπάθεια εξωραϊσμού προσώπου, αντικειμένου, κατάστασης
    Η κατάσταση δεν σωνότανε με φτιασίδια, χρειάζονταν τομές και αλλαγές ουσίας

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]