καλλυντικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλλυντικό καλλυντικά
γενική καλλυντικού καλλυντικών
αιτιατική καλλυντικό καλλυντικά
κλητική καλλυντικό καλλυντικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλλυντικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: καλλυντικός < ελληνιστική κοινή καλλυντικός < καλλυντής < αρχαία ελληνική καλλύνω < καλός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.lin.di.ˈkɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλλυντικό ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

καλλυντικό