φτωχαδάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φτωχαδάκι τα φτωχαδάκια
      γενική
    αιτιατική το φτωχαδάκι τα φτωχαδάκια
     κλητική φτωχαδάκι φτωχαδάκια
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φτωχαδάκι < φτωχός + υποκοριστικό επίθημα -αδάκι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φτωχαδάκι ουδέτερο

  1. φτωχός, χαρακτηρισμός που χρησιμοποιείται κυρίως όταν θέλουμε να εκφράσουμε συμπάθεια ή λύπηση
    η Μαρία είναι φτωχαδάκι, ο Κώστας είναι φτωχαδάκι, το παιδί τους είναι φτωχαδάκι

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]