χιονοστιβάδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χιονοστιβάδα χιονοστιβάδες
γενική χιονοστιβάδας χιονοστιβάδων
αιτιατική χιονοστιβάδα χιονοστιβάδες
κλητική χιονοστιβάδα χιονοστιβάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χιονοστιβάδα < → δείτε τις λέξεις: χιόνι και στιβάδα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /çɔ.nɔ.sti.ˈva. ða/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χιονοστιβάδα θηλυκό

  1. το φαινόμενο της ολίσθησης μεγάλης μάζας χιονιού από την πλαγιά ενός βουνού και συμπαρασύρει ότι βρεθεί στη διαδρομή
  2. το σύνολο της μάζας του χιονιού που περιλαμβάνεται σε αυτό το φαινόμενο
  3. (μεταφορικά) φαινόμενο ή κατάσταση η οποία προκαλεί μεγάλες αλλαγές και συνήθως έχει και παράπλευρες επιπτώσεις

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]