Μετάβαση στο περιεχόμενο

χωρίο

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: χωριό, Χωριό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χωρίο τα χωρία
      γενική του χωρίου των χωρίων
    αιτιατική το χωρίο τα χωρία
     κλητική χωρίο χωρία
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χωρίο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χωρίον

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xoˈɾi.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χωρίο
τονικά παρώνυμα: χωριό, Χωριό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χωρίο ουδέτερο

  1. (λόγιο) μέρος γραπτού κειμένου
      Αντίθετα, νομίζω ότι μια διόρθωση της παραδομένης γραφής Ἀσίαν, σε Ἀσίνην, όχι μόνο δικαιολογείται παλαιογραφικά, αλλά και αποκαθιστά νοηματικά το χωρίο. (Δωδώνη, τόμος 23, τεύχος 2, Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 1994, σελ. 229)
     συνώνυμα: απόσπασμα, περικοπή
  2. (μαθηματικά) τμήμα επιφάνειας

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]