ψυχοπάθεια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψυχοπάθεια ψυχοπάθειες
γενική ψυχοπάθειας ψυχοπαθειών
αιτιατική ψυχοπάθεια ψυχοπάθειες
κλητική ψυχοπάθεια ψυχοπάθειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχοπάθεια < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Ρsychopathie ή μέσω του γαλλική psychopathie < ψυχο- + πάθος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψυχοπάθεια θηλυκό

  1. (ψυχιατρική) η ψυχική νόσος, εκείνη που δεν αποτελεί ψυχολογικό πρόβλημα που αντιμετωπίζεται με τη βοήθεια ψυχολόγου, αλλά απαιτεί την παρέμβαση ψυχιάτρου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]