Μετάβαση στο περιεχόμενο

ψωμωμένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ψωμωμένος η ψωμωμένη το ψωμωμένο
      γενική του ψωμωμένου της ψωμωμένης του ψωμωμένου
    αιτιατική τον ψωμωμένο την ψωμωμένη το ψωμωμένο
     κλητική ψωμωμένε ψωμωμένη ψωμωμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ψωμωμένοι οι ψωμωμένες τα ψωμωμένα
      γενική των ψωμωμένων των ψωμωμένων των ψωμωμένων
    αιτιατική τους ψωμωμένους τις ψωμωμένες τα ψωμωμένα
     κλητική ψωμωμένοι ψωμωμένες ψωμωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ψωμωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ψωμώνω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pso.moˈme.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ψωμωμένος

Μετοχή

[επεξεργασία]

ψωμωμένος, -η, -ο

  1. ο δυναμωμένος μετά από αρρώστια αλλά συνήθως πια, αυτός που είναι γεροδεμένος και έχει πολλούς μυώνες
    παράδειγμα  Είχε αρρωστήσει βαριά, αλλά τώρα είναι ψωμωμένος
    παράδειγμα  Να αγοράσεις ψωμωμένο αρνί (να έχει πολύ κρέας, να είναι κρεατωμένο)
    παράδειγμα  Με τον Παύλο θα τα βάλεις; Αυτός είναι ψωμωμένος. Θα σε στείλει στο νοσοκομείο
  2. (σπανιότερα) τα ώριμα τρόφιμα, τα γινωμένα
    παράδειγμα  τα φασόλια που αγόρασες δεν ήταν καλά ψωμωμένα
    παράδειγμα  τα ψωμωμένα σιτάρια

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]