ωραιοποιημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ωραιοποιημένος ωραιοποιημένη ωραιοποιημένο
γενική ωραιοποιημένου ωραιοποιημένης ωραιοποιημένου
αιτιατική ωραιοποιημένο ωραιοποιημένη ωραιοποιημένο
κλητική ωραιοποιημένε ωραιοποιημένη ωραιοποιημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ωραιοποιημένοι ωραιοποιημένες ωραιοποιημένα
γενική ωραιοποιημένων ωραιοποιημένων ωραιοποιημένων
αιτιατική ωραιοποιημένους ωραιοποιημένες ωραιοποιημένα
κλητική ωραιοποιημένοι ωραιοποιημένες ωραιοποιημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ωραιοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ωραιοποιώ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.ɾɛ.ɔ.pi.i.ˈmɛ.nɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɔ.ɾɛ.ɔ.pi.i.ˈmɛ.ni/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ɔ.ɾɛ.ɔ.pi.i.ˈmɛ.nɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ωραιοποιημένος , -η , -ο

  • που τον έχουν ωραιοποιήσει, βελτιώσει επιφανειακά
    αυτή η εκδοχή είναι η ωραιοποιημένη άποψή σου και απέχει πολύ από τα γεγονότα έτσι όπως τα θυμάμαι εγώ κι άλλοι δέκα!

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]