ἁγιοποιός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἁγιοποιός < μεταγενέστερη ελληνική ἅγιος + ποιέω-ποιῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἁγιοποιός αρσενικό

  • αυτός που προβαίνει σε αγιοποιήσεις, ο κληρικός, ο μοναχός