Enkel

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: enkel

Γερμανικά (de)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Enkel die Enkel
γενική des Enkels der Enkel
δοτική dem Enkel den Enkeln
αιτιατική den Enkel die Enkel

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Enkel < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική eninkel / enenkel / eninklin < παλαιά άνω γερμανική eniklin [1] < υποκοριστικό του ano, σύγχρονο Ahn (πρόγονος) [2]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɛŋkl̩/
 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Enkel (de) αρσενικό (θηλυκό : Enkelin)

  1. (οικογένεια) ο εγγονός
    Sein Enkel ist ein erfolgreicher Sänger.
    Ο εγγονός του είναι πετυχημένος τραγουδιστής.
     συνώνυμα: Enkelsohn
  2. (είτε αρσενικό, είτε θηλυκό) το εγγόνι,
    Sie hat allen ihren Enkeln Geschenke mitgebracht.
    Έφερε μαζί της δώρα για όλα τα εγγόνια της.
     συνώνυμα: Enkelkind
  3. (συνήθως στον πληθυντικό) οι απόγονοι
     συνώνυμα: Nachkomme

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «Enkel» - Duden online.
  2. «Enkel» - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).