Enkel

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Enkel die Enkel
γενική des Enkels der Enkel
δοτική dem Enkel den Enkeln
αιτιατική den Enkel die Enkel

Enkel (de) αρσενικό (θηλυκό Enkelin)

  1. ο εγγονός
  2. το εγγόνι

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

  1. Enkelsohn
  2. Enkelkind