Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δήμητρα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Δημητρά

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Δήμητρα οι Δήμητρες
      γενική της Δήμητρας
    αιτιατική τη Δήμητρα τις Δήμητρες
     κλητική Δήμητρα Δήμητρες
Προφέρεται με συνίζηση στην κατάληξη ως παροξύτονο.
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Δήμητρα < αρχαία ελληνική Δημήτηρ (όπου δείτε για περισσότερα)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈði.mi.tɾa/
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: Δήμητρα
τονικό παρώνυμο: Δημητρά

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Δήμητρα θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος κυρίου ονόματος

[επεξεργασία]

Δήμητρα θηλυκό