άδωρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άδωρος άδωρη άδωρο
γενική άδωρου άδωρης άδωρου
αιτιατική άδωρο άδωρη άδωρο
κλητική άδωρε άδωρη άδωρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άδωροι άδωρες άδωρα
γενική άδωρων άδωρων άδωρων
αιτιατική άδωρους άδωρες άδωρα
κλητική άδωροι άδωρες άδωρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άδωρος < αρχαία ελληνική ἄδωρος < ἀ- + δῶρον < δίδωμι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άδωρος, -η, -ο

  1. που δεν δέχεται ή δεν προσφέρει δώρα
  2. που δεν ωφελεί, αλλά βλάπτει
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανωφελής, ανώφελος, επιζήμιος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: επωφελής, ωφέλιμος

Open book 01.svg Έκφραση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]