έβδομος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική έβδομος έβδομη έβδομο
γενική έβδομου έβδομης έβδομου
αιτιατική έβδομο έβδομη έβδομο
κλητική έβδομε έβδομη έβδομο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική έβδομοι έβδομες έβδομα
γενική έβδομων έβδομων έβδομων
αιτιατική έβδομους έβδομες έβδομα
κλητική έβδομοι έβδομες έβδομα


Open book 01.svg Αριθμητικό[επεξεργασία]

έβδομος, -η, -ο

  1. (τακτικό) που ακολουθεί τον έκτο, που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν εφτά (7)
  2. ο ένας από τους εφτά ίσους όρους ενός συνόλου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]