αδειασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αδειασμένος αδειασμένη αδειασμένο
γενική αδειασμένου αδειασμένης αδειασμένου
αιτιατική αδειασμένο αδειασμένη αδειασμένο
κλητική αδειασμένε αδειασμένη αδειασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αδειασμένοι αδειασμένες αδειασμένα
γενική αδειασμένων αδειασμένων αδειασμένων
αιτιατική αδειασμένους αδειασμένες αδειασμένα
κλητική αδειασμένοι αδειασμένες αδειασμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδειασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αδειάζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αδειασμένος

  • που έχει αδειάσει


Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]