ακαριαίος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ακαριαίος ακαριαία ακαριαίο
γενική ακαριαίου ακαριαίας ακαριαίου
αιτιατική ακαριαίο ακαριαία ακαριαίο
κλητική ακαριαίε ακαριαία ακαριαίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακαριαίοι ακαριαίες ακαριαία
γενική ακαριαίων ακαριαίων ακαριαίων
αιτιατική ακαριαίους ακαριαίες ακαριαία
κλητική ακαριαίοι ακαριαίες ακαριαία


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακαριαίος < αρχαία ελληνική ἀκαριαῖος < ἀκαρής

Επίθετο[επεξεργασία]

ακαριαίος, -α, ο

  1. που συμβαίνει σε μια στιγμή, σε ελάχιστο, σχεδόν μηδενικό, χρονικό διάστημα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]