ακοιλωματικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ακοιλωματικός ακοιλωματική ακοιλωματικό
γενική ακοιλωματικού ακοιλωματικής ακοιλωματικού
αιτιατική ακοιλωματικό ακοιλωματική ακοιλωματικό
κλητική ακοιλωματικέ ακοιλωματική ακοιλωματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακοιλωματικοί ακοιλωματικές ακοιλωματικά
γενική ακοιλωματικών ακοιλωματικών ακοιλωματικών
αιτιατική ακοιλωματικούς ακοιλωματικές ακοιλωματικά
κλητική ακοιλωματικοί ακοιλωματικές ακοιλωματικά


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακοιλωματικός < α- (στερητικό) + κοιλωματικός

Επίθετο[επεξεργασία]

ακοιλωματικός, -η, -ο

  1. αυτός που δεν φέρει κοίλωμα
  2. (βιολογία), (ζωολογία): ο ασπόνδυλος οργανισμός που στερείται σωματικής κοιλότητας, όπως π.χ. τέτοιοι οργανισμοί είναι τα κοιλεντερωτά, οι πλατυέλμιθες, τα νεμέτρα και τα νηματώδη.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]