ακολουθούμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακολουθούμενος ακολουθούμενη ακολουθούμενο
γενική ακολουθούμενου ακολουθούμενης ακολουθούμενου
αιτιατική ακολουθούμενο ακολουθούμενη ακολουθούμενο
κλητική ακολουθούμενε ακολουθούμενη ακολουθούμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακολουθούμενοι ακολουθούμενες ακολουθούμενα
γενική ακολουθούμενων ακολουθούμενων ακολουθούμενων
αιτιατική ακολουθούμενους ακολουθούμενες ακολουθούμενα
κλητική ακολουθούμενοι ακολουθούμενες ακολουθούμενα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακολουθούμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ακολουθώ


Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ακολουθούμενος

  1. που τον ακολουθούν (για πρόσωπα)
    εφτασε στην δεξίωση ακολουθούμενος από τους παρατρεχάμενούς του
  2. που ακολουθείται, που εφαρμόζεται
    η ακολουθούμενη τακτική δεν οδηγεί πουθενά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]