ανταπόκριση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανταπόκριση ανταποκρίσεις
γενική ανταπόκρισης
& ανταποκρίσεως
ανταποκρίσεων
αιτιατική ανταπόκριση ανταποκρίσεις
κλητική ανταπόκριση ανταποκρίσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανταπόκριση < ελληνιστική κοινή ἀνταπόκρισις < ἀνταποκρίνομαι < αρχαία ελληνική ἀποκρίνομαι, παθητική φωνή του ρήματος ἀποκρίνω < κρίνω (1. σημασιολογικό δάνειο από γαλλική réponse 2,3. γαλλική correspondance)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανταπόκριση θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανταποκρίνομαι
    1. αντιστοιχία, αναλογία
    2. συμφωνία
    3. αποδοχή
  2. συνάντηση μέσων συγκοινωνίας με σκοπό την προγραμματισμένη μετεπιβίβαση επιβατών από το ένα στο άλλο
  3. ρεπορτάζ ή μετάδοση είδησης από ανταποκριτή ΜΜΕ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]